Παρασκευή, 13 Φεβρουαρίου 2015

Το παιχνίδι των εκβιασμών και η λαϊκή παρέμβαση




aristerovima
Με τις αλλεπάλληλες επισκέψεις Ευρωπαίων αξιωματούχων, τις περιοδείες των Ελλήνων κυβερνητικών παραγόντων στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες αμέσως μετά τις εκλογές και με το παιχνίδι εκβιασμού και πιέσεων που έχει στηθεί από πλευράς Ευρωζώνης, είναι απόλυτα φυσικό να επισκιάζονται πλευρές του εκλογικού αποτελέσματος και της συγκρότησης της κυβέρνησης που έχουν όμως σημασία τόσο για να κρίνει κανείς την τακτική της όσο και για το τι μέλλει γενέσθαι.
Το πρώτο που έχει σημασία είναι πως η επιθυμία του απλού κόσμου να τιμωρήσει αυτούς που σε πρώτο επίπεδο βλέπει ως υπεύθυνους για τα βάσανά του τα τελευταία 5 χρόνια, ΠΑΣΟΚ κυρίως, ΝΔ και τους συνεργάτες τους νίκησε την κινδυνολογία, σάρωσε την εκστρατεία φόβου, αντικομμουνισμού, τη δυσώδη ατμόσφαιρα των Βορίδηδων. Αυτή είναι η θετική παρακαταθήκη του εκλογικού αποτελέσματος. Είναι ένα βήμα που χρειάζεται να παγιωθεί και διευρυνθεί τούτη τη στιγμή που ασκούνται τεράστιοι εκβιασμοί στο λαό μας από τους ιθύνοντες της Ευρωζώνης. Να μην επιτραπεί ένας μνημονιακός συμβιβασμός. Να δημιουργηθεί η λαϊκή βάση της ρήξης με όσα μας οδήγησαν στην εξαθλίωση.
Το δεύτερο είναι πως ο Σύριζα κέρδισε τις εκλογές λόγω της αγωνίας του λαϊκού κόσμου να πάρει μια ανάσα, να ανασυντάξει κάπως τη ζωή του που έχει διαλυθεί. Με το μόνο μέσο που του είχε απομείνει, την ψήφο, αφού τα κορυφαία συνδικάτα υποτάχθηκαν σε μεγάλο βαθμό στις επιταγές κυβερνήσεων και τρόικας, αποστράφηκαν τον εργαζόμενο κόσμο και τα πάθη του και στρογγυλοκάθισαν ήσυχα στις καρέκλες που τους είχαν χαρίσει τα προηγούμενα κόμματα εξουσίας. Και αφού ο Σύριζα συντέλεσε στην άμβλυνση της λαϊκής ριζοσπαστικοποίησης που είχε εκφραστεί στα 2010-1012, μεταθέτοντας τη δημόσια ατζέντα σε μια ρηχή αντιμνημονιακή διαπάλη περί καλύτερου διαπραγματευτή με τη ΝΔ και το ΠΑΣΟΚ ή με τον “μερκελισμό”.
Το τρίτο είναι πως οι επιπτώσεις της ένταξης της χώρας μας στην Ευρωζώνη/ΕΕ που έφεραν την οξεία κρίση, τις δανειακές συμβάσεις και τους όρους τους (μνημόνια), αφέθηκαν να τις χειρίζεται κινδυνολογικά το κατεστημένο. Μια εντελώς κοντόφθαλμη πολιτική, ακόμη και από τη σκοπιά του Σύριζα , εφόσον είναι πιθανόν, ανεξαρτήτως της θέλησής του, να επέλθει κάποια ρήξη, με τον κόσμο απροετοίμαστο και απληροφόρητο. Ακριβώς αυτή η κατάσταση  δημιουργεί το έδαφος για τους εκβιασμούς και τους, ίσως και  αθέλητους,  συμβιβασμούς της κυβέρνησης. Οι κυβερνητικοί παράγοντες που περιοδεύουν στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες είναι εκ των προτέρων αφοπλισμένοι και παρακαλούν να τους δοθεί “ανάσα”, αλλά δεν μπορούν να διεκδικήσουν τίποτε χωρίς τη συναίνεση της Ευρωζώνης.
Ενώ κάποιοι εξ αριστερών υποστηριχτές τους στην Ελλάδα και στην Ευρώπη ίσως πολύ αργά θυμούνται τι αξία θα είχε η επεξεργασία ενός “Σχεδίου Β” εδώ και δυο τρία χρόνια. Πολύ αργά και πολύ δειλά.
Ιδιότυπος ελληνικός “ιστορικός συμβιβασμός”
Οι  μετεκλογικές εξελίξεις ξεδιπλώθηκαν με βάση αυτές τις προϋπάρχουσες καταστάσεις. Ο Σύριζα δεν σήκωσε το γάντι των δεύτερων εκλογών δείχνοντας ότι προσαρμόζεται στα χρονοδιαγράμματα της Ευρωζώνης και ιδίως στη λήξη της παράτασης του μνημονίου στις 28 Φεβρουαρίου. Ο σχηματισμός κυβέρνησης κοινωνικής σωτηρίας από τον Σύριζα, τους ΑΝΕΛ και πρόσωπα/ομάδες από το περιβάλλον του “πατριωτικού” ΠΑΣΟΚ προχώρησε σύμφωνα με διευθετήσεις που είναι φανερό ότι είχαν προηγηθεί. Όχι μόνο γιατί υπήρξε ταύτιση των βασικών παραγόντων της στην αντιμνημονιακή ρητορική, ούτε απλώς για λόγους κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας. Αλλά και εξαιτίας του τρόπου με τον οποίο έφτασε στην κυβέρνηση ένα κόμμα αριστερής προέλευσης: έχοντας καλλιεργήσει με το λαό σχέσεις ψηφοφόρου-εντολοδόχου και όχι σχέσεις κινήματος που θα μπορούσε να αποτελέσει ασπίδα απέναντι στο κατεστημένο και τον ξένο παράγοντα.
Η συγκυβέρνηση του Σύριζα με τους ΑΝΕΛ και δυνάμεις του ΠΑΣΟΚ αποτελεί απ΄ τη μια εγγύηση προς το κατεστημένο, συντηρητικά στρώματα  και ορισμένα ξένα κέντρα ισχύος, από την άλλη ένα “χαλινάρι” που μπορεί να τραβιέται την κατάλληλη στιγμή. Εξυπηρετεί όμως και την τρέχουσα τακτική της νέας κυβέρνησης. Όπως ανέφερε ο κ. Βαρουφάκης, οι ΑΝΕΛ έχουν δώσει “λευκή επιταγή” στο οικονομικό πρόγραμμα του Σύριζα και στη γραμμή της διαπραγμάτευσης (BBC 30/1), ενώ όπως φάνηκε από την ομιλία του κ. Καμμένου στην τελετή παράδοσης-παραλαβής του υπουργείου Εθνικής Άμυνας (http://anexartitoiellines.gr/ δελτίο τύπου 27/1/2015), ο Σύριζα έχει αφήσει χώρο στους ΑΝΕΛ σ΄ αυτό το κρίσιμο πεδίο, που σχετίζεται άμεσα με το ΝΑΤΟ, τα εξοπλιστικά προγράμματα, τις δυτικές γεωπολιτικές κατευθύνσεις και τις ελληνοτουρκικές σχέσεις – όπως, αντίστοιχα, και στο υπ. Εξωτερικών.
Επίσης αυτή η συμμαχία, όπως και άλλες που αναζητούνται σποραδικά στο δεξιό και κεντροαριστερό πολιτικό φάσμα, εκφράζει την επιδίωξη μιας “εθνικής συνεννόησης”, μείωσης των εσωτερικών τριβών και πιθανό άλλοθι για ένα συμβιβασμό πίσω από τις προεκλογικές υποσχέσεις.
Οι εκβιασμοί και οι Αμερικανοί
Για τον κόσμο που υποφέρει εκείνο που προέχει αυτή τη στιγμή είναι το αν θα ληφθούν άμεσα τα μέτρα ανακούφισης, έστω για τα πιο φτωχά στρώματα της κοινωνίας μας, αν θα προχωρήσουν δημοκρατικές αλλαγές στους εργασιακούς νόμους που θα δίνουν δυνατότητες να οργανωθεί η πάλη των εργαζομένων από καλύτερες θέσεις, αν θα καταργηθεί άμεσα η φορομπηξία ή αν όλα αυτά και άλλες προεκλογικές υποσχέσεις θα περάσουν πρώτα από τον πάγκο των διαπραγματεύσεων με τους δανειστές και θα εξαρτηθούν απ΄ αυτές.
Η άτεγκτη στάση της Γερμανίας (Reuters 4/2/2015) που διαμηνύει την κατά γράμμα τήρηση των μνημονιακών δεσμεύσεων, η απόφαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας που δηλώνει ότι σταματά να δέχεται ως εγγυήσεις τα  ελληνικά ομόλογα  στις 11 Φεβρουαρίου οξύνοντας τα προβλήματα ρευστότητας, μπορεί να κινούνται με το σκεπτικό της γνωστής ιστορίας του Χότζα, αλλά είναι σαφές ότι δεν θα βγάλουν όλα τα ζώα ή τα περισσότερα από το σπίτι.
Το ευρύτερο περιβάλλον δείχνει ότι ακόμη και στοιχειώδη θα είναι δύσκολο να εφαρμοστούν, χωρίς την ενεργητική διεκδίκηση του λαϊκού κινήματος . Όσο για τα μεγάλα προβλήματα του δημόσιου χρέους, της ανεργίας, του κοινωνικού κράτους κοκ, αυτά απαιτούν βαθιές ρήξεις με τους δανειστές και το πλαίσιο Ευρωζώνης και ΕΕ.΄΄Οσο η νέα κυβέρνηση τις αποκλείει, προδιαγράφει ότι η Ελλάδα δεν θα βγει από την τροχιά της εποπτείας, των μνημονιακού τύπου δεσμεύσεων ή όπως αλλιώς ονομαστούν, της μακροχρόνιας στασιμότητας και της υψηλής ανεργίας.
Εκτός αν δημιουργηθεί άλλος συσχετισμός δύναμης.
Οι δανειστές, τα θεσμικά όργανα της ΕΕ και όλο το περιβάλλον τους (μιντιακό, ακαδημαϊκό κοκ) δημιουργούν ασφυκτική ατμόσφαιρα και εμφανίζονται με ενιαία θέση: “τηρήστε τις (μνημονιακές) δεσμεύσεις”. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι όσο η χώρα είναι μέσα στην Ευρωζώνη θα υφίσταται συνεχείς εκβιασμούς. Στο πλαίσιο της Ευρωζώνης, η οικονομική κατάσταση επιδεινώνεται, οι τράπεζες εξαρτώνται αποκλειστικά από την ευρωπαϊκή χρηματοδότηση. Αυτό θέτει την Ελλάδα σε κατάσταση ομηρίας. Εφόσον η νέα κυβέρνηση αποκλείει εκ των προτέρων οποιαδήποτε ρήξη με τους δανειστές και “εταίρους” και φυσικά δεν θέλει να βρεθεί προ πιστωτικής ασφυξίας, κινείται εκ των πραγμάτων προς το συμβιβασμό ή όπως λέει ο Τύπος προς μια “επίδειξη υπευθυνότητας”: αποδοχή των δεσμεύσεων , με αντάλλαγμα τη συναίνεση σε μια ορισμένη χαλάρωση στον τομέα των δημοσίων οικονομικών –μικρότερα δημοσιονομικά πλεονάσματα-- και στην επιμήκυνση αποπληρωμής του χρέους, μιας και η διαγραφή πήγε περίπατο, ώστε μέχρι να συναφθεί η συμφωνία για το νέο πρόγραμμα να μη σταματήσει η χρηματοδότηση. Αυτήν την εξέλιξη φωτογραφίζει πιθανώς η αναφορά του κ. Βαρουφάκη για μια “γέφυρα” ανάμεσα στην ισχύουσα και τη μελλοντική συμφωνία με τους δανειστές.
Από κυβερνητικής πλευράς λοιπόν, το μέλλον επαφίεται κυρίως σε κάποια αλλαγή ως προς τις σκληρές πολιτικές λιτότητας, (μια πιο ήπια λιτότητα), που θα προέλθει με συναίνεση της ΕΕ, ποντάροντας στις εντάσεις που δημιουργεί σε όλο το ευρωενωσιακό οικοδόμημα η οικονομική στασιμότητα, ο αποπληθωρισμός και η πολιτική αναταραχή την οποία τροφοδότησε αναμφίβολα η ανάδειξη της νέας ελληνικής κυβέρνησης και ο στόχος της για ελάφρυνση της λιτότητας. Αναταραχή που διαπλέκεται και με τις αντιθέσεις ΕΕ-ΗΠΑ.
Ωστόσο, ακόμη είναι άδηλο το πώς και αν θα παρέμβουν οι Αμερικανοί και κυρίως ποια θα είναι τα ανταλλάγματα και αν είναι σε θέση η ελληνική κυβέρνηση να αξιοποιήσει τις αμερικανο-γερμανικές αντιθέσεις. Οι δηλώσεις του Αμερικανού πρέσβη Πιρς μετά από τις συναντήσεις του με τον Α. Τσίπρα και κυβερνητικούς παράγοντες ότι “είναι πολύ σημαντικό για την ελληνική κυβέρνηση να συνεργαστεί με τους Ευρωπαίους συναδέλφους της καθώς και με το ΔΝΤ» και η ειδική μνεία "στη στενή διμερή σχέση μεταξύ των ΗΠΑ και της Ελλάδας και την σημαντική συνεργασία άμυνας και ασφάλειας μεταξύ των δύο εθνών", καθώς και “ στην εκτίμηση των ΗΠΑ για τη συμβολή της Ελλάδας στη σταθερότητα στην περιοχή της Μεσογείου και στο ΝΑΤΟ" (www.capital.gr 6/2) δεν αφήνουν πολλά περιθώρια ευνοϊκής ερμηνείας.
Το τι θα γίνει συγκεκριμένα μέλλει να το δούμε τις αμέσως επόμενες ημέρες. Με τις προγραμματικές δηλώσεις, με τις συνόδους του Eurogroup στις 11/2 και της συνόδου κορυφής της ΕΕ, καθώς και με τη συνάντηση Ομπάμα-Μέρκελ την Δευτέρα 9/2.
Το κυριότερο είναι ο λαϊκός παράγοντας να μην μείνει απαθής και να μην αρκεστεί σε μια στάση υποστήριξης απλώς των κυβερνητικών ελιγμών, αλλά να προβάλλει την ανεξάρτητη θέση του.
Μ. Ν.




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου